ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ 16:55
Η ευρωπαϊκή οικονομία πριν τον ξέσπασμα του πολέμου στη Μέση Ανατολή έδειχνε ανοδική ορμή με οδηγό την εγχώρια ζήτηση, με τις προοπτικές πλέον να επισκιάζονται από την υψηλή αβεβαιότητα που έχει δημιουργήσει η σύγκρουση, δήλωσε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ μιλώντας στη συνέντευξη Τύπου μετά την απόφαση της τράπεζας να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια της.
“Ο αντίκτυπος στην οικονομία και τον πληθωρισμό θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια του πολέμου και το πώς θα επηρεάσει τις τιμές ενέργειας και τις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες, ωστόσο ήδη βλέπουμε την επιχειρηματική και καταναλωτική εμπιστοσύνη να υποχωρούν”, ανέφερε, σημειώνοντας ότι δεν βλέπει πάντως μια κατάσταση αποπληθωρισμού στην Ευρωζώνη.
“Θα τιθασεύσουμε τον πληθωρισμό και δεν θα βρεθούμε στην κατάσταση της δεκαετίας του 1970”, διαβεβαίωσε.
Προειδοποίησε πάντως ότι “οι υψηλές τιμές της ενέργειας θα συνεχίσουν να επιβαρύνουν το πραγματικό εισόδημα, περιορίζοντας την ετοιμότητα των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών να επενδύσουν και να καταναλώσουν. Την ίδια στιγμή, οι πληθωριστικές προσδοκίες έχουν αυξηθεί σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, αν και σε πιο μακροπρόθεσμο παραμένουν στο 2% που αποτελεί και τον στόχο της τράπεζας”.
“Όλοι ελπίζουμε να υπάρξει ένα γρήγορο τέλος στον πόλεμο”, πρόσθεσε. “Αυτό που βλέπουμε είναι πάντως πως κινούμαστε πιο μακριά από το βασικό σενάριο. Αυτό που είναι κρίσιμο είναι ο αντίκτυπος που θα έχουν οι τιμές της ενέργειας και αυτό θα πρέπει να το αξιολογήσουμε καλύτερα τις επόμενες εβδομάδες”.
Υπενθυμίζεται ότι η ΕΚΤ έδωσε στην προηγούμενη συνεδρίαση της τρία βασικά σενάρια με βάση την πορεία του πολέμου, ένα βασικό, ένα δυσμενές και ένα ακραίο με τις τιμές ενέργειας να έχουν ισχυρότερο και πιο μόνιμο αντίκτυπο.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ ανέφερε ότι στη σημερινή συνεδρίαση τα μέλη του Δ.Σ. συζήτησαν διαφορετικές επιλογές για τα επιτόκια και κατέληξαν στην ομόφωνη απόφαση να τα διατηρήσουν αμετάβλητα. “Συζητήσαμε όμως και την πιθανότητα για μία αύξηση των επιτοκίων. Κάποια μέλη θα υποστηρίξουν την μία ή την άλλη απόφαση”.
Επισήμανε ταυτόχρονα ότι η ιδιαίτερα υψηλή αβεβαιότητα θα οδηγήσει την ΕΚΤ να επαναξιολογήσει τη θέση της μέχρι την επόμενη συνεδρίαση της τον Ιούνιο.
“Κρίσιμη παράμετρος θα είναι η διάρκεια της σύγκρουσης”, επανέλαβε.
Όπως εξήγησε, “σε περίπου έξι εβδομάδες θα είναι ο κατάλληλος χρόνος να αξιολογήσουμε πώς εξελίσσεται η σύγκρουση προκειμένου να πάρουμε μια απόφαση με βάση τα στοιχεία που θα έχουμε μέχρι τότε στη διάθεση μας”.
Διευκρίνισε ταυτόχρονα ότι τον Ιούνιο η ΕΚΤ θα έχει τις νέες προβολές των εμπειρογνομόνων για τον πληθωρισμό και την ανάπτυξη, αλλά και τις αναθεωρήσεις στα σενάρια που παρουσίασε τον περασμένο Μάρτιο.
“Θα συνεχίσουμε να παρακολουθούμε προσεκτικά την κατάσταση, ακολουθώντας μια προσέγγιση που βασίζεται στα εκάστοτε διαθέσιμα στοιχεία και λαμβάνοντας αποφάσεις από συνεδρίαση σε συνεδρίαση για τον καθορισμό της κατάλληλης κατεύθυνσης της νομισματικής πολιτικής. Συγκεκριμένα, οι αποφάσεις μας όσον αφορά τα επιτόκια θα βασίζονται στην αξιολόγησή του για τις προοπτικές του πληθωρισμού και τους κινδύνους που τις περιβάλλουν, υπό το πρίσμα των εισερχόμενων οικονομικών και χρηματοπιστωτικών στοιχείων, καθώς και για τη δυναμική του υποκείμενου πληθωρισμού και την ένταση με την οποία μεταδίδεται η νομισματική πολιτική. Δεν δεσμευόμαστε εκ των προτέρων για συγκεκριμένη πορεία των επιτοκίων. Παράλληλα, ειμαστε έτοιμοι να προσαρμόσουμε όλα τα μέσα που έχουμε στη διάθεσή μας προκειμένου να διασφαλίσουμε ότι ο πληθωρισμός θα σταθεροποιηθεί στον στόχο του 2% μεσοπρόθεσμα”.
Σε ερώτηση για τη ρήτρα διαφυγής που έχουν ζητήσει κάποια κράτη-μέλη σημείωσε ότι η ΕΚΤ δεν έχει αρμοδιότητα στο συγκεκριμένο θέμα. Επισήμανε πάντως ότι πιθανά μέτρα δημοσιονομικής στήριξης “θα πρέπει να είναι προσωρινά, προσαρμοσμένα και στοχευμένα”.







